Από τη Σοφία Καρυπίδου

 
Τις χρησιμοποιούμε σχεδόν καθημερινά.
Κι όμως σπάνια... ίσως και ποτέ... δεν ασχοληθήκαμε σοβαρά με αυτές.
Με την προέλευσή τους. Με το γεγονός ότι αποτελούν ένα σημαντικό μέρος του εθνικού γλωσσικού πλούτου. Οι παροιμιακές φράσεις κλείνουν έναν πολύτιμο θησαυρό μέσα τους.
Από παροιμιακές φράσεις γίνονται φιλοσοφικές, στοχαστικές φράσεις με έκταση και βάθος και
κάνουν στοχαστική τη σκέψη μας και τη γλώσσα.
Γιατί η γλώσσα δεν είναι εξωτερική υπόθεση, ένα εργαλείο (όπως λένε επιπόλαια μερικοί).
Γλώσσα είμαστε εμείς με όλη μας την πνευματική περιουσία μας.
 
Ας δούμε τι είναι οι παροιμιακές φράσεις: όπως το λεει η φράση, παροιμιακές φράσεις είναι
φράσεις με παροιμιακό χαρακτήρα, οι οποίες κρύβουν διάφορες αλήθειες σχετικές με την κοινωνική, τη θρησκευτική, την πολιτική κτλ. ζωή του ανθρώπου. Οι φράσεις αυτές ειπώθηκαν
κατά το απώτερο ή το εγγύτερο παρελθόν από το λαό ή τους σοφούς αυτού του τόπου. Ειπώθηκαν κατά το παρελθόν, και λέγονται και σήμερα, σε διάφορες περιστάσεις. Είναι σύντομες, επιγραμματικές, πυκνές σε περιεχόμενο και μεστές από σκέψη φιλοσοφική. Χαρακτηριστικό τους γνώρισμα η ευκινησία. Γι' αυτό και εύκολα, ενώ γεννήθηκαν πριν από χρόνια, δεκαετίες, εκατονταετίες και χιλιετίες, τις χρησιμοποιούμε και σήμερα σε ομόλογες / ανάλογες περιστάσεις.
 
Θα μπορούσαμε τις παροιμιακές φράσεις να τις τοποθετήσουμε
πάνω στον άξονα του χρόνου και να μιλήσουμε:
α) για αρχαίες φράσεις, β) για μεσαιωνικές, γ) για εκκλησιαστικές δ) για νεοελληνικές φράσεις.
Οι φράσεις αυτές ταξιδεύουν σε όλες τις χώρες του κόσμου και περνούν στην καθημερινή χρήση των ανθρώπων. Κρύβουν και ζωντανεύουν γλώσσα και πολιτισμό, ζωντανεύουν και ομορφαίνουν το λόγο μας και τη ζωή μας.
 
Ας ξεκινήσουμε με τις φράσεις που προέρχονται από την εκκλησιαστική ζωή. Οι φράσεις αυτές είναι πάρα πολλές. Ήταν φυσικό αυτό, αφού για αιώνες η εκκλησία ήταν η μοναδική λογοτεχνική πηγή πλουτισμού της
λαϊκής γλώσσας και το μόνο σχεδόν κέντρο όπου ο ελληνικός λαός είχε την ευκαιρία να ακούει λόγια που δεν έπαιρναν το περιεχόμενό τους από τις ανάγκες της καθημερινής ζωής.
 
Οι  παροιμιακές φράσεις δεν έμειναν πάντα αμετάβλητες. Κάποτε εκσυγχρονίστηκαν περισσότερο στη νέα γλώσσα, άλλοτε πάλι χρησιμοποιήθηκαν με κάπως παραλλαγμένη σημασία.
 
 
Ας δούμε εξαρχής δύο φράσεις που δέχθηκαν μία τέτοια παραλλαγή:
 
"Άρον άρον"
Σήμερα το χρησιμοποιούμε με τη σημασία πως κάτι γίνεται ή έγινε βιαστικά: "Τα μάζεψε άρον άρον και έφυγε", "Ήρθε άρον άρον" και μάλιστα λέμε και "Τον πήραν άρον άρον και έφυγαν". Βιαστικά δηλαδή.
Σε αντίθεση με τη σημερινή σημασία, το ευαγγελικό "άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν" σημαίνει:
σήκωσέ τον, παρ' τον, σταύρωσέ τον. Αίρω σημαίνει σηκώνω: άρσις βαρών...
"Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν", φώναζαν, κατά το Ευαγγέλιο του ευαγγελιστή Ιωάννη, οι Εβραίοι στον Πόντιο Πιλάτο για τον Ιησού. "Πάρ'τον, παρ' τον, σταύρωσέ τον".
 
"Πέρασε ζωή χαρισάμενη"
Άλλη μία φράση που παρανοήθηκε στον τύπο και στη σημασία της.
Όταν λέμε "πέρασε ζωή χαρισάμενη", εννοούμε ζωή ευτυχισμένη.
Το αναστάσιμο τροπάριο "και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος" σημαίνει όμως κάτι εντελώς διαφορετικό. "Χαρισάμενος ζωή": χάρισε ζωή.     
 
Άλλες όμως κράτησαν τη σημασία τους. Ας δούμε μερικές από αυτές:
η πιο γνωστή που εκσυγχρονίστηκε στη νέα γλώσσα είναι η φράση: "νίπτω, νίβω τα χέρια μου" ή "νίπτω τας χείρας μου".
 
"Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής"
Μία επίσης γνωστή φράση είναι (από την Καινή Διαθήκη) "Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής" (Το πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως αδύνατη).
Τη χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να σημειώσουμε, να τονίσουμε, ότι υπάρχει βούληση, αλλά το σώμα δυσκολεύει. Θέλουμε να κάνουμε κάτι, αλλά το σώμα μας δεν μας βοηθάει.
Τον είπε το λόγο αυτό ο Ιησούς στους μαθητές τους στη Γεθσημανή όταν, επιστρέφοντας από τον τόπο, όπου είχε πάει να προσευχηθεί, τους βρήκε να κοιμούνται. Διαβάζουμε στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον (σε μετάφραση): "Και έρχεται στους μαθητές και τους βρίσκει κοιμισμένους και λέει στον Πέτρο: 'Έτσι λοιπόν. Δεν αντέξατε ούτε μια ώρα να ξαγρυπνήσετε μαζί μου; Ξαγρυπνάτε και προσεύχεστε, για να μη μπείτε στον πειρασμό. Γιατί το πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως είναι αδύναμη'".
 
"Αντί πινακίου φακής"
Η φράση αυτή σημαίνει "για ένα πιάτο φακή".
Τη λέμε, όταν κάνουμε ανταλλαγή και ζημιωνόμαστε, όταν δηλαδή δίνουμε κάτι που έχει αξία και στη θέση του παίρνουμε κάτι άλλο με ελάχιστη αξία, κάτι ευτελές.
Η φράση είναι παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη.
Είναι αντλημένη από το σημείο, όπου ο γιος του Ισαάκ, ο Ησαύ, πούλησε τα πρωτοτόκια, τα δικαιώματα του πρωτότοκου γιου, για ένα πιάτο φακή. Για κάτι ασήμαντο.
 
"Στήλη άλατος"
Από την Παλαιά Διαθήκη κι αυτή. Αναφέρεται εκεί ότι η γυναίκα του Λωτ έγινε στήλη άλατος, όταν παρενέβη την εντολή του Θεού και γύρισε να δει από περιέργεια τι τύχη είχαν το Σόδομα και τα Γόμορα, οι πόλεις που είχαν πέσει στην αμαρτία και τις τιμώρησε γι' αυτό ο Θεός.
Η φράση αυτή χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες κάποιος μένει άφωνος/ άναυδος (χωρίς αυδή, χωρίς φωνή), έκπληκτος για κάτι που δεν περιμένει, για κάτι απροσδόκητο.  
 
"Ες αύριον τα σπουδαία"
Και μία ακόμη παροιμιακή φράση. Μόνο που αυτή δεν προέρχεται από την εκκλησία. Είναι του Πλουτάρχου, από το βίο του
Πλουτάρχου που αναφέρεται στον Πελοπίδα. Ανήκει στον Θηβαίο στρατηγό Αρχία (4ος αι. π.Χ.), φίλο των Σπαρτιατών, όταν σε ένα συμπόσιο κάποιος του πήγε ένα γράμμα, που περιείχε την πληροφορία ότι κινδύνευε από τους δημοκρατικούς και τον
Πελοπίδα που είχε επιστρέψει στη Θήβα από την Αθήνα κρυφά. Βρισκόμαστε στο 379 π.Χ.
Ο Αρχίας, πάνω στο γλέντι και μέσα στη χαρά του, πάνω στη μέθη της δύναμής του και της
εξουσίας αμέλησε να το ανοίξει. Αντί να ανοίξει την επιστολή και να τη διαβάσει, την έβαλε στην άκρη λέγοντας "ες αύριον τα σπουδαία", δηλαδή αύριο 8α διαβάσω τα σημαντικά πράγματα που περιέχει αυτή η επιστολή. Αυτό ήταν και το λάθος του. Σε λίγο δολοφονήθηκε κι αυτός και οι
φίλοι του. Σήμερα η φράση αυτή χρησιμοποιείται όταν από επιπολαιότητα ή αδιαφορία ή από σπουδή και βιασύνη ή από βραδύτητα δεν αντιμετωπίζονται στην ώρα τους σοβαρά προβλήματα παρά μετατίθενται / αναβάλλονται χρονικά.
 
"Μέτρον άριστον"
Μία άλλη φράση που μας έρχεται από τον αρχαιολληνικό κόσμο, ένα γνωμικό, όπως λέμε που κρύβει γνώση και σοφία και που –δυστυχώς- καταταλαιπωρείται στα χείλη μας.
Γιατί ταλαιπωρείται; Γιατί οι αιώνες που πέρασαν του προσέθεσαν στην αρχή τη λέξη «παν». Έτσι το ακούμε συχνά «Παν μέτρον άριστον». Δεν είναι όμως κάθε μέτρο άριστο, αλλά το μέτρο είναι άριστο.
Γιατί η γλώσσα δεν είναι εξωτερική υπόθεση, ένα εργαλείο (όπως λένε επιπόλαια μερικοί). Γλώσσα είμαστε εμείς με όλη μας την πνευματική περιουσία μας.

Δηλαδή ορθό είναι να αποφεύγει κανείς τις ακρότητες και τις υπερβολές, και να αναζητεί και να βρίσκει σε κάθε πράξη του, σε κάθε ενέργειά του τις ποιοτικές εκείνες αναλογίες που (επιβάλλει) υπαγορεύει (η κανονικότητα) το μέτρο.
Μεγάλο κέρδος εκείνων που στη ζωή τους έχουν την αίσθηση του μέτρου και το αναζητούν. Το αναζητούν στην καθημερινότητα, στην επιστήμη, στην αισθητική, στην ηθική. Οι αρχαίοι Έλληνες έδειξαν το δρόμο. Το «Μέτρον άριστον» είναι από τα πιο όμορφα που μας άφησαν.
Αποδίδεται μάλιστα στον Κλεόβουλο, ο οποίος ταξίδεψε σε πολλά μέρη. Ήταν σοφός και ποιητής. Συνέθεσε τραγούδια, αινίγματα, γρίφους. Διέπρεπε με αυτά στα συμπόσια. Δικό του λοιπόν το
«Μέτρον άριστον» και όχι το «Παν μέτρον άριστον».
Μέτρον άριστον: Είναι νομίζω ό,τι καλύτερο για τις κοινωνίες των ανθρώπων. Αυτοί ήταν οι
αρχαίοι. Κι αυτή η γλώσσα τους, η γλώσσα μας δηλαδή.
 
πηγή κειμένου:
«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική»